εξαπλώνω
ρήμα1. Απλώνω ή ανοίγω κάτι ώστε να καλύψει μεγαλύτερη έκταση ή επιφάνεια.
2. Μεταδίδω ή διασπείρω κάτι (π.χ. ασθένεια, φήμη, ιδέες, φωτιά) σε ευρύ χώρο ή πληθυσμό.
3. Μεγεθύνω ή επεκτείνω την παρουσία, την ισχύ ή τα όρια μιας οντότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
περιορίζω συρρικνώνω συμπτύσσω περιστέλλω μαζεύω συγκεντρώνω καταστέλλω συστέλλω αναχαιτίζω ανακόπτω
Παραδείγματα χρήσης
- Οι ισχυροί άνεμοι βοήθησαν να εξαπλώσουν οι φλόγες την καταστροφή σε ολόκληρο το δάσος.
- Η πολυεθνική εταιρεία κατάφερε να εξαπλώσει τις δραστηριότητές της σε περισσότερες από σαράντα χώρες.
- Οι ακτιβιστές προσπαθούν να εξαπλώσουν το μήνυμα για την προστασία του περιβάλλοντος στους νέους.
- Η έλλειψη εμβολιασμού μπορεί να εξαπλώσει τον ιό ταχύτατα στον πληθυσμό.