επιτείνω
ρήμα1. Αυξάνω την ένταση, τη σφοδρότητα ή τη δριμύτητα μιας συνήθως δυσάρεστης κατάστασης· οξύνω, επιδεινώνω.
2. (λόγιο/κυριολεκτικό) Τεντώνω περισσότερο.
Συνώνυμα
επιδεινώνω οξύνω εντείνω κλιμακώνω χειροτερεύω αυξάνω διογκώνω δυναμώνω δυσχεραίνω τραχύνω φουντώνω μεγαλώνω βαραίνω πολλαπλασιάζω τεντώνω
Αντώνυμα
αμβλύνω μετριάζω καταπραΰνω μειώνω ελαττώνω κατευνάζω ανακουφίζω καταλαγιάζω μαλακώνω περιορίζω βελτιώνω χαλαρώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρατεταμένη ξηρασία επέτεινε την ήδη σοβαρή επισιτιστική κρίση στην περιοχή.
- Τα νέα οικονομικά μέτρα αναμένεται να επιτείνουν τις κοινωνικές αντιδράσεις.
- Η αδιαφορία των αρχών επιτείνει το άγχος και την ανασφάλεια των πολιτών.
- Η έλλειψη ειλικρινούς διαλόγου επέτεινε το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις.