ευπαρουσίαστος

επίθετο

1. Που διακρίνεται από ευχάριστη, περιποιημένη και ελκυστική εξωτερική εμφάνιση (για πρόσωπο).

2. Που είναι καλαίσθητα διαμορφωμένος, τακτοποιημένος ή επιμελημένος, ώστε να προκαλεί θετική εντύπωση (για χώρο, αντικείμενο ή έργο).

Συνώνυμα

παρουσιάσιμος καλοβαλμένος περιποιημένος ευπρόσωπος ευειδής ευπρεπής κομψός καλαίσθητος ευσταλής ελκυστικός φινετσάτος καλοστεκούμενος συγυρισμένος όμορφος αρεστός

Αντώνυμα

απαρουσίαστος απεριποίητος ατημέλητος ασουλούπωτος άκομψος ακαλαίσθητος κακόγουστος άσχημος ακατάστατος δύσμορφος

Παραδείγματα χρήσης

  • Για τη θέση της γραμματείας αναζητείται ένας ευπαρουσίαστος και επικοινωνιακός νέος.
  • Φρόντισε να είσαι ευπαρουσίαστη στη συνέντευξη εργασίας, γιατί η πρώτη εικόνα παίζει καθοριστικό ρόλο.
  • Μετά τη γενική καθαριότητα και την ανακαίνιση, το σπίτι έγινε εξαιρετικά ευπαρουσίαστο για τους υποψήφιους αγοραστές.
  • Αν και φορούσε απλά ρούχα, ήταν πάντοτε καθαρός, καλοχτενισμένος και ευπαρουσίαστος.