ιδιοτυπία
ουσιαστικό1. Χαρακτηριστικό γνώρισμα ή ιδιότητα που διακρίνει κάτι ή κάποιον από τα συνήθη και του προσδίδει μοναδικότητα.
2. Ασυνήθιστη, παράδοξη συνήθεια ή συμπεριφορά που αποκλίνει από το καθιερωμένο πλαίσιο.
Συνώνυμα
ιδιαιτερότητα ιδιορρυθμία ιδιομορφία ιδιοτροπία εκκεντρικότητα παραδοξότητα παραξενιά διαφορετικότητα πρωτοτυπία μοναδικότητα αλλοκοτιά λόξα κουσούρι ανορθοδοξία ανομοιότητα παραλλαγή
Αντώνυμα
κοινοτοπία κοινοτυπία κανονικότητα ομοιομορφία συμβατικότητα τυπικότητα ομοιότητα προβλεψιμότητα πεζότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τοπικό μικροκλίμα της περιοχής παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ιδιοτυπία σε σχέση με τη γύρω ζώνη.
- Παρά τις όποιες ιδιοτυπίες του χαρακτήρα του, όλοι τον εκτιμούσαν βαθιά για την ευθύτητά του.
- Η αρχιτεκτονική του συγκεκριμένου οικισμού διακρίνεται για την καλλιτεχνική της ιδιοτυπία.
- Κάθε γλώσσα έχει τις δικές της γραμματικές και συντακτικές ιδιοτυπίες που δυσκολεύουν τους ξένους ομιλητές.