κουκούλι
ουσιαστικό1. Μεταξένιο ή νημάτινο περίβλημα που πλέκουν οι κάμπιες ορισμένων εντόμων (ιδίως του μεταξοσκώληκα) για να προστατευτούν κατά το στάδιο της μεταμόρφωσης σε νύμφη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι μεταξοσκώληκες άρχισαν να πλέκουν το κουκούλι τους πάνω στα κλαδιά της μουριάς.
- Μετά τη δύσκολη περίοδο που πέρασε, κλείστηκε στο κουκούλι του και απέφευγε κάθε κοινωνική επαφή.
- Πρέπει επιτέλους να βγεις από το κουκούλι σου και να διεκδικήσεις αυτά που σου αξίζουν.
- Μέσα από το στενό κουκούλι ξεπρόβαλε μια εντυπωσιακή πεταλούδα έτοιμη να πετάξει.