καβούκι
ουσιαστικό1. Σκληρό εξωτερικό προστατευτικό περίβλημα ορισμένων ζώων, όπως της χελώνας, των καβουριών ή των μαλακίων.
2. Μεταφορικά, η κατάσταση απομόνωσης, εσωστρέφειας ή περιχαράκωσης ενός ατόμου από το κοινωνικό περιβάλλον.
Συνώνυμα
κέλυφος όστρακο τσόφλι θώρακας περίβλημα καταφύγιο κρησφύγετο φωλιά κουκούλι περικάλυμμα λεπύρι απομόνωση εσωστρέφεια τρύπα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χελώνα μαζεύει το κεφάλι και τα πόδια της μέσα στο καβούκι της μόλις νιώσει κίνδυνο.
- Μετά τον χωρισμό κλείστηκε στο καβούκι του και απέφευγε κάθε επαφή με φίλους.
- Πρέπει επιτέλους να βγεις από το καβούκι σου και να αρχίσεις να κοινωνικοποιείσαι.
- Το μικρό διαμέρισμα στον τελευταίο όροφο ήταν το καβούκι του, ο χώρος όπου ηρεμούσε.