νεολαίος

ουσιαστικό

1. Νέος στην ηλικία άνθρωπος, νεαρός.

2. Μέλος οργάνωσης ή παράταξης νεολαίας, κυρίως πολιτικού κόμματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

γέρος ηλικιωμένος πρεσβύτης παππούς μεσήλικας μεσόκοπος υπέργηρος ώριμος

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη μεγάλη συναυλία της πλατείας συγκεντρώθηκαν χιλιάδες νεολαίοι από όλη την πόλη.
  • Προσπαθεί αδέξια να μιλήσει σαν νεολαίος για να γίνει αρεστός στους μαθητές του.
  • Ως ενεργός νεολαίος της παράταξης, συμμετείχε με πάθος σε όλες τις κινητοποιήσεις.
  • Το συγκεκριμένο καφενείο μετατράπηκε στο κατεξοχήν στέκι των νεολαίων της γειτονιάς.