νοητός
επίθετο1. Που συλλαμβάνεται ή γίνεται αντιληπτός αποκλειστικά με τον νου και τη λογική και όχι με τις αισθήσεις.
2. Που υπάρχει μόνο ως σύλληψη της σκέψης, ως σύμβαση ή ως υπόθεση, χωρίς υλική υπόσταση.
3. Που μπορεί να γίνει κατανοητός από τη νόηση.
Συνώνυμα
ιδεατός νοερός νοούμενος άυλος αφηρημένος διανοητικός πνευματικός θεωρητικός πλασματικός υποθετικός εικονικός φανταστικός εννοιολογικός ιδεώδης ευνόητος κατανοητός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ισημερινός είναι μια νοητή γραμμή που χωρίζει τη Γη σε δύο ημισφαίρια.
- Στην πλατωνική φιλοσοφία, ο νοητός κόσμος των ιδεών θεωρείται ανώτερος από τον αισθητό.
- Χάραξε με το δάχτυλό του έναν νοητό κύκλο στο τραπέζι για να μας εξηγήσει την πορεία.
- Τα σύνορα ανάμεσα στις δύο ζώνες επιρροής παρέμεναν εντελώς νοητά.