νοσηρός
επίθετο1. Αυτός που σχετίζεται με ασθένεια, που πάσχει από νόσο ή οφείλεται σε αυτήν· παθολογικός.
2. (μεταφορικά) Αυτός που παρουσιάζει ηθική ή ψυχική εκτροπή, διαστροφή ή ανωμαλία· μη φυσιολογικός, αρρωστημένος.
Συνώνυμα
αρρωστημένος παθολογικός άρρωστος ανθυγιεινός νοσογόνος διεστραμμένος εκφυλισμένος παθογενής ανώμαλος τοξικός διεφθαρμένος ασθενικός βλαβερός μακάβριος φαύλος μιαρός επιβλαβής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είχε αναπτύξει μια νοσηρή περιέργεια για τα αστυνομικά ρεπορτάζ και τις τραγωδίες.
- Το νοσηρό κλίμα των ελών ευνοούσε την ανάπτυξη της ελονοσίας.
- Η παθολογική ζήλια του έλαβε νοσηρές διαστάσεις, διαλύοντας τον γάμο του.
- Οι γιατροί εξέτασαν προσεκτικά τα νοσηρά συμπτώματα που εκδήλωσε ο ασθενής.