τοξικός

επίθετο

1. Που περιέχει δηλητήριο ή προκαλεί δηλητηρίαση, βλαβερός για την υγεία και τη ζωή των οργανισμών.

2. (μεταφορικά) Που επιδρά ψυχολογικά ή κοινωνικά καταστροφικά, εξαιρετικά αρνητικός, επιζήμιος ή κακοποιητικός.

Συνώνυμα

δηλητηριώδης φαρμακερός ιοβόλος βλαβερός επιβλαβής ψυχοφθόρος διαβρωτικός καταστροφικός νοσηρός επικίνδυνος ολέθριος κακοήθης ζημιογόνος κακόβουλος θανατηφόρος μιαρός επισφαλής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα απόβλητα του εργοστασίου περιείχαν εξαιρετικά τοξικές ουσίες που μόλυναν τον υδροφόρο ορίζοντα.
  • Αποφάσισε να βάλει τέλος σε μια τοξική σχέση που της προκαλούσε συνεχές άγχος και ανασφάλεια.
  • Το εργασιακό κλίμα στην εταιρεία είχε γίνει αφόρητα τοξικό λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού.
  • Η τράπεζα προχώρησε σε εκκαθάριση των τοξικών ομολόγων από το χαρτοφυλάκιό της.