πανίσχυρος

επίθετο

1. Που διαθέτει τεράστια δύναμη, εξουσία ή επιρροή.

2. Που παρουσιάζει πολύ μεγάλη ένταση, αντοχή ή καταλυτική δραστικότητα.

Συνώνυμα

παντοδύναμος υπερίσχυρος υπερδύναμος ισχυρότατος πανσθενής ολοδύναμος κραταιός ακαταμάχητος ακατανίκητος ανίκητος δυνατότατος ανυπέρβλητος ισχυρός δυνατός άτρωτος αλύγιστος δραστικότατος απρόσβλητος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στρατός της αρχαίας αυτοκρατορίας ήταν πανίσχυρος και σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του.
  • Για την αντιμετώπιση της σοβαρής λοίμωξης, ο γιατρός τού χορήγησε ένα πανίσχυρο αντιβιοτικό.
  • Προσπάθησε να αντισταθεί στην πίεση που ασκούσαν τα πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα της περιοχής.
  • Ο σεισμός ήταν τόσο πανίσχυρος που έγινε αισθητός σε απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων.