παραπλανητικά

επίρρημα

1. Κατά τρόπο που οδηγεί σε πλάνη ή δημιουργεί εσφαλμένη, αναληθή εντύπωση για την πραγματικότητα.

2. Με πρόθεση εξαπάτησης, δόλια ή παραπειστικά για την επίτευξη κάποιου σκοπού.

Συνώνυμα

απατηλά παραπειστικά παραπλανητικώς πλανερά ψευδώς δόλια ψεύτικα εσφαλμένα ύπουλα επίπλαστα ανειλικρινά πλασματικά παραμορφωτικά υποκριτικά σοφιστικά πονηρά

Αντώνυμα

ειλικρινά αληθινά ειλικρινώς αληθώς ορθά τίμια γνήσια ευθέως αντικειμενικά ξάστερα διαφανώς

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαφήμιση παρουσίαζε παραπλανητικά τα οφέλη του προϊόντος, αποκρύπτοντας τις παρενέργειες.
  • Ο μάρτυρας κατέθεσε παραπλανητικά ενώπιον του δικαστηρίου για να προστατεύσει τον κατηγορούμενο.
  • Ο τίτλος του άρθρου είχε διατυπωθεί παραπλανητικά, με αποτέλεσμα να προσελκύει κλικ χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
  • Τα στατιστικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν παραπλανητικά ώστε να εξωραϊστεί η εικόνα της οικονομίας.