προσδένομαι

ρήμα

1. Δένομαι με ζώνη ή ιμάντα ασφαλείας σε κάθισμα οχήματος ή αεροσκάφους για προστασία.

2. Στερεώνομαι σφιχτά με σχοινιά ή ειδικό εξοπλισμό σε σταθερό σημείο.

Συνώνυμα

δένομαι κουμπώνομαι ζώνομαι ασφαλίζομαι στερεώνομαι συγκρατούμαι περιδένομαι αγκιστρώνομαι προσκολλώμαι γαντζώνομαι συνδέομαι δεσμεύομαι καθηλώνομαι στεριώνομαι

Αντώνυμα

λύνομαι ξεδένομαι ξεκουμπώνομαι ξεζώνομαι αποδεσμεύομαι αποσυνδέομαι απαγκιστρώνομαι αποκολλώμαι απελευθερώνομαι απαλλάσσομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Παρακαλούνται οι επιβάτες να προσδεθούν στα καθίσματά τους λόγω αναταράξεων.
  • Μόλις κάθισε στη θέση του οδηγού, προσδέθηκε αμέσως με τη ζώνη.
  • Ο εργάτης προσδέθηκε με ιμάντα ασφαλείας στη σκαλωσιά για να συνεχίσει το βάψιμο.
  • Δεν θέλησε ποτέ να προσδεθεί στο άρμα καμίας παράταξης και κράτησε την ανεξαρτησία του.