συμφωνημένος

επίθετο

1. Που έχει οριστεί, γίνει αποδεκτός ή διευθετηθεί κατόπιν κοινής απόφασης, συνεννόησης ή σύμβασης μεταξύ δύο ή περισσότερων πλευρών.

2. Που έχει προκαθοριστεί ή κανονιστεί εκ των προτέρων, ενίοτε παρασκηνιακά ή με δόλιο τρόπο.

Συνώνυμα

κανονισμένος συνομολογημένος προσυμφωνημένος καθορισμένος ορισμένος διευθετημένος κλεισμένος διακανονισμένος μιλημένος προσχεδιασμένος στημένος συναινετικός συμβατικός επικυρωμένος αποφασισμένος τακτοποιημένος

Αντώνυμα

ασυμφώνητος ακανόνιστος ακαθόριστος αυθαίρετος μονομερής απροσδιόριστος αμφισβητούμενος αδιευθέτητος ανεπικύρωτος αντικρουόμενος

Παραδείγματα χρήσης

  • Καταβλήθηκε εγκαίρως το συμφωνημένο ποσό για την αγορά του ακινήτου.
  • Οι δύο αντιπροσωπείες συναντήθηκαν στον συμφωνημένο τόπο και χρόνο.
  • Κυκλοφόρησαν φήμες πως το αποτέλεσμα του αγώνα ήταν συμφωνημένο από πριν.
  • Ο εργολάβος παρέδωσε το έργο τηρώντας πιστά όλες τις συμφωνημένες προδιαγραφές.