συνθλίβομαι
ρήμα1. Δέχομαι ισχυρή πίεση από δύο ή περισσότερες πλευρές με αποτέλεσμα την παραμόρφωση, τη σύνθλιψη ή την καταστροφή.
2. Υφίσταμαι έντονη ψυχολογική πίεση ή καταβάλλομαι από βαθιά οδύνη, θλίψη και απελπισία.
Συνώνυμα
συντρίβομαι συμπιέζομαι καταπλακώνομαι ισοπεδώνομαι καταρρακώνομαι τσακίζομαι καταπιέζομαι πολτοποιούμαι πιέζομαι εξοντώνομαι πλακώνομαι ζουλιέμαι διαλύομαι στριμώχνομαι λυγίζω πατιέμαι καταθλίβομαι
Αντώνυμα
αποσυμπιέζομαι διαστέλλομαι εκτονώνομαι ανακουφίζομαι ελευθερώνομαι ανακάμπτω αντέχω απαλλάσσομαι ορθοποδώ ακμάζω
Παραδείγματα χρήσης
- Το όχημα συνθλίβηκε ανάμεσα στα δύο φορτηγά, αλλά ευτυχώς ο οδηγός βγήκε σώος.
- Ένιωθε την ψυχή του να συνθλίβεται κάτω από το βάρος των αναμνήσεων και της μοναξιάς.
- Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνθλίβονται από την υπερφορολόγηση και τον ανταγωνισμό των πολυεθνικών.
- Μέσα στο ασφυκτικά γεμάτο λεωφορείο οι επιβάτες συνθλίβονταν ο ένας πάνω στον άλλον.