συντριπτικός

επίθετο

1. Που επιφέρει πλήρη καταστροφή, εκμηδένιση ή καθολική ήττα.

2. Που υπερέχει κατά κράτος, επιβάλλεται ολοκληρωτικά και δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης ή αντίστασης.

3. Που προκαλεί βαθύτατο ψυχικό κλονισμό, αφόρητο πόνο ή ψυχολογικό βάρος.

Συνώνυμα

σαρωτικός ισοπεδωτικός εξοντωτικός τελειωτικός καταστροφικός ολέθριος ακαταμάχητος καταιγιστικός καταλυτικός αδιάσειστος αποστομωτικός εξολοθρευτικός παταγώδης αφανιστικός αδιαμφισβήτητος αφόρητος ανυπόφορος κεραυνοβόλος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κυβερνών κόμμα κέρδισε τις εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία.
  • Ο εισαγγελέας παρουσίασε συντριπτικά στοιχεία που απέδειξαν την ενοχή του κατηγορουμένου.
  • Οι ένοπλες δυνάμεις κατάφεραν ένα συντριπτικό πλήγμα στις θέσεις του αντιπάλου.
  • Η είδηση του απροσδόκητου χαμού της σκόρπισε συντριπτική θλίψη σε όλη την οικογένεια.