ταλαντούχος
επίθετο1. Που διαθέτει έμφυτο ταλέντο, ιδιαίτερη φυσική κλίση ή αξιοσημείωτη ικανότητα σε κάποιον τομέα (κυρίως στις τέχνες, στα γράμματα ή στον αθλητισμό).
2. Που φανερώνει ή χαρακτηρίζεται από δεξιοτεχνία, έμπνευση και υψηλή δημιουργική στάθμη.
Συνώνυμα
προικισμένος χαρισματικός πολυτάλαντος επιδέξιος δεξιοτέχνης ικανός ευφυής δημιουργικός εμπνευσμένος ευρηματικός εύστροφος δαιμόνιος αστέρι ξεφτέρι μάστορας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος μουσικός που ξεκίνησε να συνθέτει από την παιδική του ηλικία.
- Η ομάδα επένδυσε σε μια ταλαντούχα νέα αθλήτρια με σπουδαίες προοπτικές εξέλιξης.
- Παρά το γεγονός ότι ήταν ταλαντούχος, χρειάστηκε σκληρή δουλειά και πειθαρχία για να πετύχει.
- Οι κριτικοί αποθέωσαν τους ταλαντούχους ηθοποιούς για τις ερμηνείες τους στην παράσταση.