τρέχων

επίθετο

1. Αυτός που ανήκει στο παρόν, που ισχύει ή διαδραματίζεται κατά τη χρονική στιγμή στην οποία βρισκόμαστε.

2. Ο συνηθισμένος, καθημερινός ή επικρατών.

3. Αυτός που ρέει συνεχώς (κυρίως για υγρά).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

περασμένος παρελθών στάσιμος λιμνάζων μελλοντικός μέλλων επερχόμενος αλλοτινός παλαιότερος παλιός λήξας καταργημένος ανενεργός

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα τρέχοντα έξοδα του νοικοκυριού έχουν αυξηθεί αισθητά το τελευταίο διάστημα.
  • Κατά το τρέχον σχολικό έτος θα εφαρμοστεί το νέο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
  • Η τρέχουσα τιμή του χρυσού σημείωσε νέο ιστορικό ρεκόρ στη διεθνή αγορά.
  • Στη συνεδρίαση συζητήθηκαν μόνο τα τρέχοντα ζητήματα της καθημερινότητας.