τραβηγμένος
επίθετο1. Που έχει τεντωθεί, επιμηκυνθεί ή ασκηθεί πάνω του έλξη.
2. (για πρόσωπο ή όψη) Εμφανώς καταπονημένος, αδυνατισμένος ή ισχνός λόγω κούρασης, αγωνίας ή ασθένειας.
Συνώνυμα
παρατραβηγμένος υπερβολικός εξεζητημένος τεντωμένος καταπονημένος ισχνός καταβεβλημένος απίθανος ακραίος αστήρικτος εξαντλημένος τεταμένος ακρότατος ανυπόστατος εκτεταμένος μακρόσυρτος αποστεωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το επιχείρημα που χρησιμοποίησε στη συζήτηση μού φάνηκε αρκετά τραβηγμένο.
- Μετά από τόσες μέρες αϋπνίας, το πρόσωπό του ήταν χλωμό και τραβηγμένο.
- Το σχοινί είναι υπερβολικά τραβηγμένο και φοβάμαι πως θα σπάσει.
- Το αστείο ήταν τόσο τραβηγμένο που τελικά δεν γέλασε κανείς.