τσαμπουκαλεμένος
επίθετο1. Αυτός που συμπεριφέρεται με προκλητικότητα, θράσος ή επιθετική διάθεση για καβγά.
2. Εξοργισμένος, εκνευρισμένος ή αγριεμένος, έτοιμος για σύγκρουση.
Συνώνυμα
επιθετικός προκλητικός εριστικός αγριεμένος καβγατζής θρασύς τσιτωμένος φουρκισμένος εξοργισμένος αψύς αυθάδης αναιδής ζόρικος νευριασμένος άγριος απείθαρχος ατίθασος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μπήκε στην αίθουσα με ένα ύφος τσαμπουκαλεμένο, έτοιμος να ζητήσει τον λόγο από όλους.
- Μην του μιλάς τώρα, είναι τσαμπουκαλεμένος από τη δουλειά και μπορεί να ξεσπάσει πάνω σου.
- Οι τσαμπουκαλεμένοι οπαδοί άρχισαν να προκαλούν τους περαστικούς έξω από το γήπεδο.
- Μόλις είδε τους αστυνομικούς, ο άλλοτε τσαμπουκαλεμένος οδηγός άλλαξε αμέσως στάση και ζήτησε συγγνώμη.