φιλειρηνικός
επίθετο1. Που αγαπά την ειρήνη, αποστρέφεται τον πόλεμο και τάσσεται υπέρ της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.
2. Που αποσκοπεί στη διατήρηση, προώθηση ή αποκατάσταση της ειρήνης.
Συνώνυμα
ειρηνόφιλος ειρηνικός ειρηνιστικός πασιφιστικός αντιπολεμικός φιλήσυχος διαλλακτικός συμφιλιωτικός κατευναστικός πράος ήρεμος συμβιβαστικός γαλήνιος άκακος ήσυχος ανεξίκακος
Αντώνυμα
πολεμοχαρής φιλοπόλεμος πολεμοκάπηλος μιλιταριστικός επιθετικός εριστικός συγκρουσιακός πολεμικός αδιάλλακτος βίαιος προκλητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η χώρα ακολουθεί σταθερά μια φιλειρηνική εξωτερική πολιτική που βασίζεται στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
- Παρά τις προκλήσεις, ο λαός παρέμεινε φιλειρηνικός και απέφυγε την κλιμάκωση της βίας.
- Οι διαδηλωτές πραγματοποίησαν μια φιλειρηνική πορεία προς το κοινοβούλιο ζητώντας τον τερματισμό των συγκρούσεων.
- Ο φιλειρηνικός χαρακτήρας του τον έκανε να αναζητά πάντοτε τη συνδιαλλαγή σε κάθε προσωπική ή επαγγελματική διαφωνία.