φωναχτά
επίρρημα1. Με μεγάλη ένταση φωνής, δυνατά, ηχηρά.
2. Με τρόπο που εκφράζεται προφορικά ώστε να γίνεται ακουστός, σε αντίθεση με τη σιωπηλή ή εσωτερική σκέψη.
3. Απροκάλυπτα, ανοιχτά και δημόσια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σιγά σιγανά χαμηλόφωνα ψιθυριστά σιωπηρά σιωπηλά αθόρυβα μουγκά εσωτερικά κρυφά ενδόμυχα ανεπαίσθητα
Παραδείγματα χρήσης
- Διάβασε το ποίημα φωναχτά για να σε ακούσουν όλοι στην αίθουσα.
- Μη δίνεις σημασία στα λόγια μου, απλώς σκεφτόμουν φωναχτά.
- Μίλησε τόσο φωναχτά που ξύπνησε το μωρό στο διπλανό δωμάτιο.
- Κανείς δεν τόλμησε να εκφράσει τις αντιρρήσεις του φωναχτά κατά τη διάρκεια της συνέλευσης.