άκαιρος

επίθετο

1. Που συμβαίνει ή εκδηλώνεται σε ακατάλληλη χρονική στιγμή, μη ανταποκρινόμενος στις ανάγκες του παρόντος χρόνου.

2. Που επισυμβαίνει πρόωρα, πριν από τη φυσική ή αναμενόμενη ώρα.

3. Που είναι αταίριαστος, ανάρμοστος ή απρεπής για τις περιστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παρέμβασή του στη συνέλευση θεωρήθηκε εντελώς άκαιρη και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
  • Ο άκαιρος θάνατος του νεαρού δημιουργού στέρησε την τέχνη από ένα σπάνιο ταλέντο.
  • Το να κάνεις τέτοια αστεία σε μια κηδεία είναι τουλάχιστον άκαιρο.
  • Οι άκαιρες απαιτήσεις της εργοδοσίας οδήγησαν τελικά σε ναυάγιο τις διαπραγματεύσεις.