άμεμπτος
επίθετο1. Που δεν επιδέχεται καμία μομφή, κατηγορία ή επίκριση, καθώς το ήθος και η συμπεριφορά του είναι ηθικά ακέραια και υποδειγματικά.
2. Που στερείται ελαττωμάτων, ατελειών ή λαθών· άψογος, αψεγάδιαστος.
Συνώνυμα
αψεγάδιαστος ανεπίληπτος ακατάκριτος ακατηγόρητος άμωμος άψογος ακηλίδωτος άσπιλος αδιάβλητος αδιάφθορος ακέραιος αμόλυντος αγνός τίμιος καθαρός τέλειος
Αντώνυμα
μεμπτός κατακριτέος αξιόμεμπτος επιλήψιμος επίμεμπτος ψεγάσιμος κηλιδωμένος σπιλωμένος υπαίτιος ένοχος διάτρητος διεφθαρμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Υπηρέτησε ως δικαστικός λειτουργός με άμεμπτο ήθος και απόλυτη αφοσίωση στον νόμο.
- Η επαγγελματική της πορεία υπήρξε άμεμπτη, χωρίς να δώσει ποτέ αφορμή για αρνητικά σχόλια.
- Παρά τους ενδελεχείς ελέγχους, η οικονομική διαχείριση του οργανισμού αποδείχθηκε καθ' όλα άμεμπτη.
- Επέδειξε άμεμπτη συμπεριφορά απέναντι στους συναδέλφους του, κερδίζοντας την εκτίμηση όλων.