αναποφάσιστα

επίρρημα

1. Με τρόπο που δείχνει δισταγμό, αμφιβολία ή έλλειψη σιγουριάς και σταθερότητας.

2. Χωρίς οριστική κατάληξη ή σαφή έκβαση.

Συνώνυμα

διστακτικά αναποφασιστικά αμφιταλαντευόμενα αβέβαια επιφυλακτικά ταλαντευόμενα μετέωρα αμφίβολα ασταθώς αμφίρροπα δειλά συγκρατημένα μουδιασμένα σκεπτικά κουμπωμένα

Αντώνυμα

αποφασιστικά ανενδοίαστα αδίστακτα σταθερά αποφασιστικώς κατηγορηματικά ακλόνητα απερίφραστα σίγουρα ρητά

Παραδείγματα χρήσης

  • Προχώρησε αναποφάσιστα προς την πόρτα, χωρίς να ξέρει αν έπρεπε να χτυπήσει.
  • Κούνησε το κεφάλι του αναποφάσιστα και απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση.
  • Στάθηκε αναποφάσιστα μπροστά στις επιλογές του μενού για αρκετά λεπτά.
  • Μίλησε αναποφάσιστα, φοβούμενος τις αντιδράσεις των παρευρισκομένων.