ανυπότακτος

επίθετο

1. Αυτός που δεν υποτάσσεται, που αρνείται να πειθαρχήσει σε εξουσία, νόμους ή εντολές· αδάμαστος, απείθαρχος.

2. (ειδικότερα, στρατιωτικός όρος) Ο στρατεύσιμος που δεν παρουσιάζεται εμπρόθεσμα για να καταταγεί στις ένοπλες δυνάμεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

υποταγμένος πειθήνιος υπάκουος πειθαρχημένος υποτελής χειραγωγήσιμος ενδοτικός τιθασευμένος συμβιβαστικός δουλικός νομιμόφρων πράος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ανυπότακτος λαός αντιστάθηκε σθεναρά στους κατακτητές και δεν παρέδωσε τα όπλα.
  • Κηρύχθηκε ανυπότακτος εξωτερικού καθώς δεν παρουσιάστηκε στην προκαθορισμένη ημερομηνία κατάταξης.
  • Είχε έναν εντελώς ανυπότακτο χαρακτήρα που συγκρουόταν με κάθε είδους εξουσία.
  • Προσπαθούσε μάταια να ισιώσει τα σγουρά, ανυπότακτα μαλλιά της πριν βγει από το σπίτι.