απαισιόδοξος

επίθετο

Που τείνει να προβλέπει ή να αναμένει δυσμενή αποτελέσματα, βλέπει τις καταστάσεις με έλλειψη αισιοδοξίας και έχει περιορισμένη εμπιστοσύνη σε θετική έκβαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι απαισιόδοξος για το μέλλον της επιχείρησης.
  • Μετά τα αρνητικά αποτελέσματα, η Μαρία ένιωσε απαισιόδοξη.
  • Οι ειδικοί παρουσίασαν ένα απαισιόδοξο σενάριο για την κλιματική αλλαγή.
  • Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, πολλοί συμμετέχοντες ήταν απαισιόδοξοι για τις προοπτικές.
  • Το άρθρο είχε απαισιόδοξο ύφος και τόνισε τους κινδύνους.