απολίτιστος
επίθετο1. Που δεν έχει αναπτύξει πολιτισμό, που διαβιεί σε πρωτόγονη ή άγρια κατάσταση.
2. Που στερείται αγωγής, μόρφωσης ή λεπτότητας στους τρόπους· αγενής, τραχύς, κοινωνικά απροσάρμοστος.
Συνώνυμα
βάρβαρος ακαλλιέργητος άξεστος αγροίκος πρωτόγονος αμόρφωτος αγενής βάναυσος άγριος αστοιχείωτος απαίδευτος τραχύς χωριάτης κανίβαλος αμάθητος
Αντώνυμα
πολιτισμένος καλλιεργημένος ευγενής μορφωμένος πεπαιδευμένος εξευγενισμένος ευπρεπής προηγμένος ραφιναρισμένος λεπτός
Παραδείγματα χρήσης
- Παλαιότερα οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν απολίτιστους όλους τους λαούς που είχαν διαφορετικό τρόπο ζωής.
- Είναι απαράδεκτο και εντελώς απολίτιστο να πετάς τα σκουπίδια σου έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου.
- Η συμπεριφορά του στη δεξίωση ήταν τόσο απολίτιστη που έφερε τους πάντες σε δύσκολη θέση.
- Μίλησε στους συναδέλφους του σαν απολίτιστος, χωρίς ίχνος σεβασμού ή επαγγελματισμού.