απορριπτικός
επίθετο1. Αυτός που περιέχει, δηλώνει ή συνεπάγεται απόρριψη, ιδίως αναφορικά με αίτημα, πρόταση ή δικαστική απόφαση.
2. Αυτός που εκδηλώνει άρνηση, απαξίωση ή έλλειψη διάθεσης αποδοχής απέναντι σε απόψεις, πρόσωπα ή καταστάσεις.
Συνώνυμα
αρνητικός απαξιωτικός ακυρωτικός καταδικαστικός περιφρονητικός υποτιμητικός επικριτικός μηδενιστικός αδιάλλακτος ανένδοτος αυστηρός δηκτικός χλευαστικός ανυποχώρητος
Αντώνυμα
εγκριτικός αποδεκτικός θετικός καταφατικός δεκτικός ευνοϊκός επικυρωτικός υποστηρικτικός συναινετικός συγκαταβατικός ενθαρρυντικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το δικαστήριο εξέδωσε τελικά απορριπτική απόφαση για την αίτηση αποφυλάκισης.
- Δεν χρειάζεται να είσαι τόσο απορριπτικός απέναντι σε ιδέες που απλώς δεν γνωρίζεις καλά.
- Έλαβε μια ψυχρή και απορριπτική απάντηση από την εταιρεία στην οποία έστειλε το βιογραφικό του.
- Η απορριπτική της στάση στη συζήτηση δεν άφησε κανένα περιθώριο για ουσιαστικό διάλογο.