αποσταθεροποίηση
ουσιαστικό1. Η απώλεια ή η σκόπιμη ανατροπή της ισορροπίας, της κανονικότητας ή της ομαλής λειτουργίας ενός συστήματος, κράτους, θεσμού ή οικονομίας.
2. Η διατάραξη της σταθερής κατάστασης ή της φυσικής και χημικής ισορροπίας ενός σώματος ή μηχανισμού.
Συνώνυμα
κλονισμός διασάλευση απορρύθμιση διατάραξη κλυδωνισμός αποδιοργάνωση αποσυντονισμός υπονόμευση ανατροπή τριγμός αναστάτωση αναταραχή αστάθεια κατάλυση διάλυση χάος
Αντώνυμα
σταθεροποίηση παγίωση εδραίωση εξισορρόπηση ομαλοποίηση θωράκιση ενίσχυση ισορροπία ρύθμιση αποκατάσταση
Παραδείγματα χρήσης
- Η ξαφνική άνοδος των επιτοκίων προκάλεσε σοβαρή αποσταθεροποίηση στο τραπεζικό σύστημα.
- Οι διεθνείς αναλυτές εκφράζουν φόβους για γεωπολιτική αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη περιοχή.
- Οι έντονες βροχοπτώσεις οδήγησαν στην αποσταθεροποίηση των πρανών του δρόμου, με αποτέλεσμα κατολισθήσεις.
- Η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι με τις πράξεις της επιδιώκει την αποσταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών.