απροφύλακτος
επίθετο1. Που δεν διαθέτει προστασία, κάλυψη ή άμυνα απέναντι σε κίνδυνο, βλάβη ή επίθεση· εκτεθειμένος.
2. Που δεν παίρνει μέτρα προφύλαξης· απρόσεκτος, ανυποψίαστος.
3. (ειδικότερα) Που πραγματοποιείται χωρίς τη χρήση μέσων προφύλαξης ή αντισύλληψης.
Συνώνυμα
απροστάτευτος αφύλακτος ανυπεράσπιστος ανοχύρωτος αθωράκιστος εκτεθειμένος ευάλωτος αφρούρητος αβοήθητος άοπλος απρόσεκτος ανυποψίαστος απερίσκεπτος απροετοίμαστος ανοιχτός γυμνός αμέριμνος
Αντώνυμα
προφυλαγμένος προστατευμένος οχυρωμένος θωρακισμένος ασφαλής φρουρούμενος υπερασπισμένος προσεκτικός προνοητικός ασφαλισμένος άτρωτος
Παραδείγματα χρήσης
- Άφησε το ποδήλατο σε απροφύλακτο μέρος και του το έκλεψαν μέσα σε λίγα λεπτά.
- Οι στρατιώτες βρέθηκαν σε εντελώς απροφύλακτη θέση απέναντι στα πυρά του εχθρού.
- Η απροφύλακτη σεξουαλική επαφή εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη μετάδοση νοσημάτων.
- Βάδιζε απροφύλακτος μέσα στη νύχτα, χωρίς να υποψιάζεται την ενέδρα που του είχαν στήσει.