βρωμιά
ουσιαστικό1. Ξένες ουσίες, στερεές ή υγρές, όπως σκόνη, χώμα, λίπη ή υπολείμματα τροφών, που συγκεντρώνονται και καλύπτουν επιφάνειες.
Συνώνυμα
βρώμα ακαθαρσία λέρα ρυπαρότητα βρωμερότητα μόλυνση ρύπανση σκουπίδι σκουπιδαριό βρωμοδουλειά γλίτσα λάσπη σκόνη μούχλα μουτζούρα ανηθικότητα ασχήμια σκάνδαλο χώμα ανεντιμότητα μολυσμός χάλι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπήρχε πολλή βρωμιά στο πάτωμα μετά το πάρτι.
- Το παιδί είχε βρωμιά στα γόνατα από το παιχνίδι.
- Μην αφήνεις τη βρωμιά στην κουζίνα — πλύνε τα πιάτα.
- Η λίμνη μολύνθηκε και γέμισε βρωμιά από τα απόβλητα.
- Η έρευνα αποκάλυψε την πολιτική βρωμιά πίσω από τις συμφωνίες.
- Δεν έχεις καμία βρωμιά πάνω σου — ήσουν αθώος.