διαπομπεύω
ρήμα1. Εκθέτω κάποιον δημόσια στον εξευτελισμό, στη χλεύη ή στην κατακραυγή.
2. Περιφέρω δημόσια έναν παραβάτη ή ένοχο ως τιμωρία, με σκοπό τον παραδειγματισμό και τη δημόσια ταπείνωσή του.
Συνώνυμα
διασύρω εξευτελίζω ρεζιλεύω ξεφτιλίζω πομπεύω βουκινίζω ξεφωνίζω καταισχύνω εκθέτω ατιμάζω γελοιοποιώ ντροπιάζω στιγματίζω στηλιτεύω λοιδορώ χλευάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ορισμένα μέσα ενημέρωσης έσπευσαν να διαπομπεύσουν τον κατηγορούμενο πριν καν αποφανθεί η δικαιοσύνη.
- Στον Μεσαίωνα συνήθιζαν να διαπομπεύουν τους παραβάτες δεμένους σε κάρα μέσα στην πόλη.
- Ένιωσε ότι τον διαπόμπευσαν μπροστά σε όλους τους συναδέλφους του για ένα ασήμαντο παράπτωμα.
- Η ανάρτηση προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο ισοδυναμεί με προσπάθεια να διαπομπευτεί το θύμα.