δικαιολογημένος
επίθετο1. Που στηρίζεται σε εύλογα, επαρκή αίτια ή λογικά επιχειρήματα και έχει βάση.
2. Που έχει καλυφθεί ή πιστοποιηθεί με επίσημο έγγραφο ή δικαιολογητικό.
3. Που τυγχάνει ή αξίζει συγγνώμης, επιείκειας ή απαλλαγής από ευθύνη.
Συνώνυμα
εύλογος αιτιολογημένος βάσιμος λογικός κατανοητός τεκμηριωμένος θεμιτός εξηγήσιμος συγγνωστός συγχωρητέος αποδεκτός φυσικός αναμενόμενος συγχωρεμένος απαλλαγμένος
Αντώνυμα
αδικαιολόγητος αναιτιολόγητος αβάσιμος αστήρικτος παράλογος ανεξήγητος ασυγχώρητος ασύγγνωστος ανυπόστατος απαράδεκτος αθέμιτος
Παραδείγματα χρήσης
- Η οργή των πολιτών ήταν απόλυτα δικαιολογημένη μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου.
- Ο μαθητής προσκόμισε ιατρική βεβαίωση ώστε οι απουσίες του να κριθούν δικαιολογημένες.
- Επικρατεί ένας δικαιολογημένος φόβος στην αγορά για νέες αυξήσεις τιμών.
- Το παράπονό της θεωρήθηκε από όλους δικαιολογημένο, καθώς είχε αδικηθεί κατάφωρα.