εδραίωση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται σταθερό, σταθεροποιείται ή εγκαθιδρύεται σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση ή λειτουργία.
Συνώνυμα
εμπέδωση καθιέρωση εγκαθίδρυση παγίωση σταθεροποίηση θεμελίωση κατοχύρωση επιβεβαίωση μονιμότητα στερέωση αγκύρωση ριζοποίηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εδραίωση της εταιρείας στην αγορά απαιτεί σταθερή στρατηγική και ποιότητα προϊόντων.
- Προωθούν την εδραίωση των δεσμών μεταξύ των δύο κοινοτήτων μέσω κοινών προγραμμάτων.
- Η εδραίωση της εξουσίας του κόμματος προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις στον δημόσιο λόγο.
- Στην εκπαίδευση, η εδραίωση των βασικών εννοιών χρειάζεται επαναλήψεις και πρακτική εφαρμογή.
- Η εδραίωση της θέσης της στο πανεπιστήμιο ήρθε μετά από χρόνια έρευνας και δημοσιεύσεων.