εκκωφαντικά

επίρρημα

1. Με εξαιρετικά δυνατό ήχο που προκαλεί προσωρινή κώφωση ή έντονη ενόχληση στην ακοή.

2. (μεταφορικά) Με τρόπο κραυγαλέο, έντονο ή απόλυτα αισθητό που προκαλεί τεράστια εντύπωση.

Συνώνυμα

ξεκουφαντικά εκκωφαντικώς εκκωφαντικότατα ηχηρά θορυβωδώς βροντερά παταγωδώς τρανταχτά δυνατά εκρηκτικά κραυγαλέα διαπεραστικά συγκλονιστικά εντυπωσιακά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έκρηξη στο εργοτάξιο ακούστηκε εκκωφαντικά σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων.
  • Το μαχητικό αεροσκάφος έσπασε το φράγμα του ήχου περνώντας εκκωφαντικά πάνω από την πόλη.
  • Η σιωπή των αρμοδίων απέναντι στις καταγγελίες ήταν εκκωφαντικά αποκαλυπτική.
  • Η μουσική στη συναυλία έπαιζε τόσο εκκωφαντικά που αναγκάστηκαν να φορέσουν ωτοασπίδες.