επιπόλαιος
επίθετο1. Που ενεργεί ή αντιμετωπίζει θέματα χωρίς βαθιά σκέψη, χωρίς σοβαρότητα ή την απαραίτητη προσοχή, εστιάζοντας σε επιφανειακά στοιχεία και παραλείποντας την ουσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιπόλαιος κριτής αγνόησε σημαντικές λεπτομέρειες.
- Η επιπόλαια απόφασή της να παραιτηθεί χωρίς σχέδιο δημιούργησε προβλήματα.
- Μην παίρνεις επιπόλαιες αποφάσεις για τα οικονομικά σου.
- Ήταν ένα επιπόλαιο σχόλιο που πλήγωσε κάποιους χωρίς λόγο.
- Οι επιπόλαιοι χειρισμοί της διοίκησης έβλαψαν τη φήμη.