εστιασμένος

επίθετο

1. Ρυθμισμένος κατάλληλα ώστε να αποδίδει καθαρή και ευκρινή εικόνα στο κέντρο παρατήρησης.

2. Απολύτως προσηλωμένος και συγκεντρωμένος σε συγκεκριμένο στόχο, σκοπό ή δραστηριότητα.

Συνώνυμα

επικεντρωμένος συγκεντρωμένος προσηλωμένος στοχευμένος προσανατολισμένος αφοσιωμένος απορροφημένος στραμμένος εξειδικευμένος δοσμένος καθαρός ευκρινής συντονισμένος ταγμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έμεινε απόλυτα εστιασμένος στον στόχο του καθ' όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας.
  • Ο φακός της κάμερας δεν ήταν σωστά εστιασμένος, με αποτέλεσμα η φωτογραφία να βγει θολή.
  • Η επιχείρηση ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα εστιασμένο στην εξυπηρέτηση των νέων πελατών.
  • Παρά τον θόρυβο γύρω της, παρέμενε βαθιά εστιασμένη στη μελέτη της.