ετερογενής
επίθετο1. Που αποτελείται από ανόμοια, διαφορετικής φύσης ή προέλευσης στοιχεία.
2. (φυσική, χημεία) Που δεν παρουσιάζει ενιαία σύσταση ή ιδιότητες σε όλη του την έκταση και διαχωρίζεται σε επιμέρους διακριτές φάσεις.
Συνώνυμα
ετερόκλητος ανόμοιος ετερόμορφος ανισογενής σύμμικτος ανάμεικτος ποικιλόμορφος πολυειδής διάφορος διαφορετικός ποικίλος αλλογενής αταίριαστος πολυσύνθετος ασυνάρμοστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πληθυσμός της μεγαλούπολης είναι ιδιαίτερα ετερογενής, καθώς αποτελείται από δεκάδες διαφορετικές εθνικότητες.
- Στο πείραμα της χημείας παρασκευάσαμε ένα ετερογενές μείγμα νερού και λαδιού.
- Το πολιτικό κίνημα συγκροτήθηκε από ετερογενή κοινωνικά στρώματα με αντικρουόμενα συμφέροντα.
- Η επιτροπή αποτελείται από ετερογενείς ομάδες ειδικών που δυσκολεύονται να καταλήξουν σε κοινό πόρισμα.