καταφρονημένος
επίθετο1. Αυτός που αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση, απαξίωση ή εμπαιγμό.
2. Αυτός που υφίσταται κοινωνική αδικία, καταπίεση, παραγκωνισμό ή εξαθλίωση.
Συνώνυμα
περιφρονημένος καταφρονεμένος απαξιωμένος ταπεινωμένος εξευτελισμένος παραγκωνισμένος υποτιμημένος κατατρεγμένος απόβλητος χλευασμένος ονειδισμένος αποσυνάγωγος περιθωριοποιημένος καταπιεσμένος αδικημένος
Αντώνυμα
τιμημένος σεβαστός εκτιμημένος αξιοσέβαστος δοξασμένος αναγνωρισμένος αξιότιμος περιζήτητος αγαπητός προνομιούχος
Παραδείγματα χρήσης
- Έζησε όλη του τη ζωή φτωχός και καταφρονημένος από τους ισχυρούς της περιοχής.
- Το βιβλίο αφηγείται τις δυσκολίες και τους αγώνες που δίνουν οι καταφρονημένοι αυτού του κόσμου.
- Ένιωθε βαθιά πληγωμένη και καταφρονημένη μετά την προσβλητική συμπεριφορά των συγγενών της.
- Ο ποιητής στάθηκε πάντα στο πλευρό του αδύναμου και του καταφρονημένου ανθρώπου.