λειτουργικότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα του να λειτουργεί κάτι ομαλά, αποδοτικά και σύμφωνα με τον προορισμό του.
2. Η πρακτικότητα, ευχρηστία ή προσαρμοστικότητα ενός χώρου, αντικειμένου ή συστήματος στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων αναγκών.
Συνώνυμα
χρηστικότητα πρακτικότητα ευχρηστία αποδοτικότητα αποτελεσματικότητα χρησιμότητα εργονομία εφαρμοστικότητα επιτελεστικότητα απόδοση ευελιξία αρτιότητα ικανότητα λειτουργία
Αντώνυμα
δυσλειτουργικότητα δυσχρηστία ακαταλληλότητα αναποτελεσματικότητα αχρηστία απροσφορότητα ανεπάρκεια ανικανότητα αδράνεια
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος σχεδιασμός του διαμερίσματος συνδυάζει ιδανικά την υψηλή αισθητική με τη λειτουργικότητα.
- Η πρόσφατη αναβάθμιση του λογισμικού βελτίωσε θεαματικά τη λειτουργικότητά του σε φορητές συσκευές.
- Πριν παραδοθεί το έργο, οφείλουμε να ελέγξουμε εξονυχιστικά τη λειτουργικότητα όλων των επιμέρους συστημάτων.
- Λόγω του περιορισμένου χώρου στο γραφείο, δόθηκε απόλυτη προτεραιότητα στη λειτουργικότητα των επίπλων.