μπάρι
ουσιαστικό1. Επιχείρηση ή χώρος όπου σερβίρονται κυρίως αλκοολικά και μη αλκοολικά ποτά, συχνά συνοδευόμενα από μουσική, ψυχαγωγία ή ελαφρύ φαγητό.
2. Μακρόστενος πάγκος ή επιφάνεια εντός τέτοιου χώρου όπου προετοιμάζονται και σερβίρονται τα ποτά.
Συνώνυμα
μπαρ παμπ κλαμπ στέκι ποτοπωλείο οινοπωλείο καπηλειό καφέ καφενείο ταβέρνα κουτούκι ουζερί τσιπουράδικο μεζεδοπωλείο μπιστρό εστιατόριο μπουζουξίδικο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγαμε χτες το βράδυ στο μπάρι της πλατείας.
- Κάθισε στο μπάρι και ζήτησε έναν καφέ.
- Ο Νίκος δούλευε στο μπάρι ως μπάρμαν μέχρι το καλοκαίρι.
- Η καινούργια παράσταση έθεσε ψηλό μπάρι για τους ανταγωνιστές.
- Σε κάθε μπάρι του τραγουδιού μετράμε τέσσερις παλμούς.