περιλαμβάνομαι
ρήμα1. Αποτελώ μέρος ενός συνόλου, μιας ομάδας, ενός καταλόγου ή μιας κατηγορίας.
2. Βρίσκομαι μέσα στο περιεχόμενο, στην έκταση ή στο πεδίο εφαρμογής ενός θέματος, κειμένου ή συμφωνίας.
Συνώνυμα
συμπεριλαμβάνομαι εμπεριέχομαι συγκαταλέγομαι συγκαταριθμούμαι συναριθμούμαι εντάσσομαι περιέχομαι υπάγομαι ενσωματώνομαι προσμετρώμαι περικλείομαι εμπίπτω ανήκω λογίζομαι εγκλείομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην τελική τιμή του πακέτου περιλαμβάνονται τα αεροπορικά εισιτήρια και η διαμονή.
- Το όνομά του δεν περιλαμβανόταν στη λίστα των καλεσμένων της εκδήλωσης.
- Στις βασικές αρμοδιότητες της επιτροπής περιλαμβάνεται η αξιολόγηση των υποψηφίων.
- Αυτές οι δαπάνες δεν περιλήφθηκαν στον προϋπολογισμό του τρέχοντος έτους.