παραλείπομαι
ρήμα1. Δεν περιλαμβάνομαι, δεν αναφέρομαι ή δεν καταγράφομαι σε κείμενο, κατάλογο ή σύνολο, είτε από αμέλεια είτε από πρόθεση.
2. Δεν εκτελούμαι ή δεν εφαρμόζομαι, μένω ανεκτέλεστος (για ενέργεια, στάδιο, διαδικασία ή καθήκον).
Συνώνυμα
αποσιωπώμαι παραβλέπομαι απαλείφομαι παρακάμπτομαι αγνοούμαι παραθεωρούμαι εξαιρούμαι αποκλείομαι προσπερνιέμαι ξεχνιέμαι παραμερίζομαι αμελούμαι σβήνομαι διαγράφομαι υποβαθμίζομαι
Αντώνυμα
περιλαμβάνομαι συμπεριλαμβάνομαι εμπεριέχομαι εντάσσομαι αναφέρομαι μνημονεύομαι καταγράφομαι προστίθεμαι υπολογίζομαι σημειώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Στην τελική έκδοση του βιβλίου, το εισαγωγικό κεφάλαιο παραλείφθηκε εντελώς.
- Ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες είναι προτιμότερο να παραλείπονται για λόγους συντομίας.
- Ένιωσε έντονη απογοήτευση όταν διαπίστωσε ότι το όνομά του παραλείφθηκε από τη λίστα των καλεσμένων.
- Κανένα στάδιο της διαδικασίας ελέγχου δεν επιτρέπεται να παραλειφθεί.