προσβάλλομαι
ρήμα1. Νιώθω ότι θίγεται η τιμή, η αξιοπρέπεια ή ο εγωισμός μου από λόγια ή πράξεις άλλου.
2. Παθαίνω βλάβη στην υγεία μου ή μολύνομαι από παθογόνο παράγοντα ή ασθένεια.
Συνώνυμα
θίγομαι πειράζομαι μολύνομαι νοσώ αμφισβητούμαι πλήττομαι ενοχλούμαι δυσαρεστούμαι μειώνομαι αρρωσταίνω κολλάω καταγγέλλομαι χολώνομαι ευτελίζομαι ακυρώνομαι τσαντίζομαι πολεμιέμαι
Αντώνυμα
κολακεύομαι τιμώμαι επικυρώνομαι ικανοποιούμαι ευχαριστιέμαι θεραπεύομαι προστατεύομαι ανοσοποιούμαι επαινούμαι αναγνωρίζομαι θωρακίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν χρειάζεται να προσβάλλεσαι με το παραμικρό πείραγμα που σου κάνει η παρέα.
- Κάθε χειμώνα πολλοί ηλικιωμένοι προσβάλλονται από εποχικές λοιμώξεις του αναπνευστικού.
- Η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε από τους συνηγόρους με αίτηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο.
- Προσβλήθηκε βαθύτατα όταν άκουσε να αμφισβητούν την επαγγελματική του ακεραιότητα.