ρημαγμένος

επίθετο

1. Που έχει καταστραφεί ολοσχερώς, έχει ερημωθεί ή λεηλατηθεί, μετατρεπόμενος σε ερείπιο.

2. (Μεταφορικά) Που είναι σωματικά, ψυχικά ή οικονομικά εξουθενωμένος και διαλυμένος.

Συνώνυμα

ερειπωμένος κατεστραμμένος ερημωμένος αφανισμένος ρημαδιασμένος λεηλατημένος κουρσεμένος ισοπεδωμένος διαλυμένος τσακισμένος σακατεμένος συντετριμμένος ξεχαρβαλωμένος αποδεκατισμένος εξουθενωμένος χαλασμένος

Αντώνυμα

άθικτος ανέπαφος απείραχτος ακέραιος αλώβητος ανακαινισμένος αποκατεστημένος συντηρημένος ανθηρός ακμαίος σώος περιποιημένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά τον καταστροφικό σεισμό, ολόκληρο το χωριό έμεινε ρημαγμένο και ακατοίκητο.
  • Αγόρασαν ένα παλιό, ρημαγμένο νεοκλασικό και κατάφεραν να το αναπαλαιώσουν πλήρως.
  • Γύρισε από το νοσοκομείο ψυχικά και σωματικά ρημαγμένος.
  • Η ρημαγμένη οικονομία της χώρας χρειάστηκε δεκαετίες για να ανακάμψει μετά τις συγκρούσεις.