συνοπτικός
επίθετο1. Που εκφράζει ή παρουσιάζει τις βασικές πληροφορίες με σύντομο, περιληπτικό τρόπο, παραλείποντας λεπτομέρειες.
2. Που παρέχει περίληψη ενός περιεχομένου ή θέματος, προσφέροντας σαφή και σύντομη εικόνα των κυριότερων σημείων.
Συνώνυμα
περιληπτικός επιγραμματικός σύντομος συμπυκνωμένος περιεκτικός λακωνικός πρόχειρος αδρός βραχύς κοφτός γενικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έγραψε έναν συνοπτικό οδηγό για τους νέους χρήστες.
- Η καθηγήτρια έδωσε μια συνοπτική παρουσίαση των βασικών εννοιών.
- Το δελτίο ειδήσεων περιείχε ένα συνοπτικό ρεπορτάζ για τα γεγονότα.
- Κατά τη συνάντηση μας έδωσαν συνοπτικές οδηγίες για τα επόμενα βήματα.
- Ζήτησα ένα συνοπτικό αντίγραφο της αναφοράς.