διαπιστώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι αντιληπτός ή γνωστός κατόπιν παρατήρησης, ελέγχου ή έρευνας· εξακριβώνομαι.
2. Επιβεβαιώνομαι ως προς την ύπαρξη, την ισχύ ή την ακρίβειά μου· πιστοποιούμαι.
Συνώνυμα
εξακριβώνομαι επιβεβαιώνομαι βεβαιώνομαι επαληθεύομαι πιστοποιούμαι εντοπίζομαι ανιχνεύομαι παρατηρούμαι αποδεικνύομαι ανακαλύπτομαι καταγράφομαι βρίσκομαι φανερώνομαι αποκαλύπτομαι ελέγχομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τον οικονομικό έλεγχο διαπιστώθηκε σοβαρό έλλειμμα στα ταμεία της εταιρείας.
- Από τις ιατρικές εξετάσεις δεν διαπιστώνεται καμία ανησυχητική ένδειξη.
- Στην πορεία των εργασιών διαπιστώθηκαν αρκετές τεχνικές δυσκολίες.
- Συχνά διαπιστώνεται απροθυμία των πολιτών να συμμορφωθούν με τα νέα μέτρα.