επιμορφωμένος
επίθετο1. Αυτός που έχει λάβει συμπληρωματική εκπαίδευση, εξειδικευμένη κατάρτιση ή επαγγελματική αναβάθμιση στο αντικείμενό του.
2. Αυτός που διαθέτει ευρεία πνευματική καλλιέργεια, ενημέρωση και σύγχρονες γνώσεις.
Συνώνυμα
καταρτισμένος μετεκπαιδευμένος επανεκπαιδευμένος εξειδικευμένος μορφωμένος καλλιεργημένος πεπαιδευμένος ειδικευμένος ενημερωμένος κατατοπισμένος διαβασμένος πολυμαθής εγγράμματος φωτισμένος μυημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι επιμορφωμένοι εκπαιδευτικοί εφαρμόζουν σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους στη διδασκαλία τους.
- Η επιχείρηση αναζητά ένα άρτια επιμορφωμένο στέλεχος για να ηγηθεί του ψηφιακού μετασχηματισμού.
- Ως επιμορφωμένη γιατρός, παρακολουθεί συστηματικά τις διεθνείς εξελίξεις και τα ιατρικά συνέδρια.
- Μετά τα πολυήμερα σεμινάρια, ένιωθε πιο επιμορφωμένος και έτοιμος να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα.