κομμένος

επίθετο

1. Που έχει διαχωριστεί, διαιρεθεί ή αφαιρεθεί με τη χρήση αιχμηρού οργάνου.

2. Που έχει υποστεί παύση ή διακοπή της λειτουργίας, της παροχής ή της ροής του (π.χ. για ρεύμα, νερό, επικοινωνία, συνήθεια).

Συνώνυμα

τεμαχισμένος εξαντλημένος κατάκοπος αποκαμωμένος ξεθεωμένος απορριφθείς αποκομμένος χωρισμένος κομματιασμένος διακεκομμένος τσακισμένος κουρασμένος αποτυχών λαχανιασμένος πηγμένος ξινισμένος σταματημένος ακρωτηριασμένος κοφτός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Γύρισε από το εργοτάξιο εντελώς κομμένος και αποκοιμήθηκε στον καναπέ.
  • Το νερό ήταν κομμένο σε όλη τη γειτονιά εξαιτίας μιας βλάβης στον κεντρικό αγωγό.
  • Μην πιεις από αυτό το γάλα, φαίνεται να είναι κομμένο.
  • Διάβασε πολύ, αλλά δυστυχώς έμεινε κομμένος στις τελικές εξετάσεις.
  • Στο τραπέζι υπήρχε φρέσκο ψωμί, ήδη κομμένο σε χοντρές φέτες.